ΕΔΩ ΘΑ ΒΡΕΙΤΕ ΓΝΩΣΤΑ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Η συννεφιά κι η ξαστεριά


Η συννεφιά κι η ξαστεριά, κόρες του Ρήγα-Χρόνου,
προχτές συναπαντήθηκαν σ’ ένα σκαλί του Θρόνου.

Η πρώτη, κλαψοπρόσωπη, στρέφει και λέει του Ρήγα:
Γιατί πατέρα μου, γιατί, εγώ όπου κι αν πήγα,
από τις ρούγες τις πλατιές, ως τα στενά σοκάκια
όλοι με κακοδέχονται με πίκρα και με κάκια,
ενώ την αδερφή μου εδώ, την πολυπαινεμένη,
όλοι την καλοδέχονται, παντού όπου κι αν πηγαίνει.

Κι ο Ρήγας είπε: Κόρες μου, η μια την άλλη δέτε,
καθένας από λόγου του, μισιέται κι αγαπιέται.

Αγνώστου ποιητή (από αρχεία που έχουν καταστραφεί)

Κατάλογος Ελλήνων Ποιητών (στη Βικιπαίδεια)

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

Αποχαιρετώντας τον αιώνα


Δεν αποχαιρετώ ποτέ τίποτα.
Γιατί δεν παύει.
Ό,τι υπήρξε, ενυπάρχει.
Ακόμη κι αν το αρνείσαι, αρνείσαι κάτι.
Ή επόμενος ή ενάντιος το βεβαιώνεις.
Μονάχα από διάφορες θέσεις.
Διάδοχος.
Δέχομαι την άρνησή του.
Άγονη θα ήμουν αλλιώς.
Χαιρετώ τον αιώνα που έρχεται.
Τη σκληρότητα της κρίσης του για τον πρόγονο,
από τον δικό μου αιώνα,
την ξέρω.

Ελένη Βακαλό

Κατάλογος Ελλήνων Ποιητών (στη Βικιπαίδεια)

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011

Του γιοφυριού της Άρτας


Σαράντα πέντε μάστοροι κ’ εξήντα μαθητάδες
Γιοφύρι νεθεμέλιωναν ’ς της Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαίν οι μαθητάδες:
«Αλίμονο ’ς τους κόπους μας, κρίμα ’ς τις δουλεψαίς μας,
ολημερίς να χτίζουμε, το βράδυ να γκρεμειέται».
Πουλάκι εδιάβη κ’ έκατσε ναντίκρυ ’ς το ποτάμι,
δεν εκελάιδε σαν πουλί, μηδέ σα χιλιδόνι,
παρά εκελάιδε κ’ έλεγε, μ’ ανθρωπινή λαλίτσα:

«Α δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει.
και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,
παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,
πόρχεται αργά τ’ αποταχύ, και πάρωρα το γιόμα».

Τ’ άκουσ’ ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.
Πιάνει, μηνά της λυγερής με το πουλί τ’ αηδόνι:
Αργά ντυθή, αργά αλλαχτή, αργά να πάη το γιόμα,
αργά να πάη και να διαβή της Άρτας το γιοφύρι.
Και το πουλί παράκουσε, κι’ αλλιώς επήγε κ’ είπε:
«Γοργά ντυσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,
γοργά να πας και να διαβής της Άρτας το γιοφύρι».

Να τηνε κ’ εξανάφανεν από την άσπρη στράτα.
Την είδ’ ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του.
Από μακριά τους χαιρετά κι’ από κοντά τους λέει:
«Γειά σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,
μα τι έχει ο πρωτομάστορας κ’ είναι βαργωμισμένος»;
«Το δαχτυλίδι τόπεσε ’ς την πρώτη την καμάρα,
Και ποιος να μπη και ποιος να βγη το δαχτυλίδι να βρη»;
«Μάστορα, μην πικραίνεσα κ’ εγώ να πα’ σ’ το φέρω,
εγώ να μπω, κ’ εγώ να βγω, το δαχτυλίδι να ’βρω».

Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ ’ς τη μέσ’ επήγε,
«Τραύα, καλέ μ’, τον άλυσο, τραύα την αλυσίδα,
τι όλον τον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν ηύρα».
Ένας πιχάει με το μυστρί, κι’ άλλος με τον ασβέστη,
παίρνει κι’ ο πρωτομάστορας και ρήχνει μέγα λίθο.

«Αλίμονο ’ς τη μοίρα μας, κρίμα ’ς το ριζικό μας!
Τρεις αδερφάδες ήμαστε, κ’ οι τρεις κακογραμμέναις,
η μιά ’χτισε το Δούναβη, κ’ η άλλη τον Αφράτη
κ’ εγώ η πιλιό στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι.
Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμη το γιοφύρι,
κι’ ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάταις».

«Κόρη το λόγον άλλαξε, κι’ άλλη κατάρα δώσε,
Πόχεις μονάκριβο αδερφό, μη λάχη και περάση».
Κι’ αυτή το λόγον άλλαξε, κι’ άλλη κατάρα δίνει:
«Αν τρέμουν τ' άγρια βουνά, να τρέμη το γιοφύρι,
κι’ αν πέφτουν τ’ άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάταις,
τι έχω αδερφό ’ς την ξενιτειά, μη λάχη και περάση».

Δημοτικό

Σχολιασμός του Γιάννη Δασκαλόπουλου

Κατάλογος Ελλήνων Ποιητών (στη Βικιπαίδεια)

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Περαστικές


Γυναίκες που σας είδα σ’ ένα τραίνο
τη στιγμή που κινούσε γι’ άλλα μέρη·
γυναίκες που σας είδα σ’ άλλου χέρι
με γέλιο να περνάτε ευτυχισμένο·
γυναίκες, σε μπαλκόνια να κοιτάτε
στο κενό μ’ ένα βλέμμα ξεχασμένο,
ή από ένα πλοίο σαλπαρισμένο
μ’ ένα μαντήλι αργά να χαιρετάτε:
να ξέρατε με πόση νοσταλγία,
στα δειλινά τα βροχερά και κρύα,
σας ξαναφέρνω στην ανάμνησή μου,
γυναίκες, που περάσατε μιαν ώρα
απ’ τη ζωή μου μέσα – και που τώρα
κρατάτε μου στα ξένα την ψυχή μου!

Κώστας Ουράνης

Ποιήματα του Κώστα Ουράνη στο Διαδίκτυο

Κατάλογος Ελλήνων Ποιητών (στη Βικιπαίδεια)

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

Διονύσου πλους


1

Η έκτασις του αχανούς
Αιγαίου εκοιμάτο,
κ΄ έβλεπες δυο ουρανούς·
ο είς ην άνω κυανούς
γλαυκός ο άλλος κάτω.

2

Αι διαλείπουσαι πνοαί
του έαρος εφύσων
αμφίβολοι και αραιαί·
μακράν δ΄εφαίνοντ΄ ως σκιαί
αι κορυφαί των νήσων.

3

Η δύσις, πύλη φλογερά,
λαμπράς αντανακλάσεις
ηκόντιζεν εις τα νερά,
ως αν ενέμοντο πυρά
την πλάκα της θαλάσσης.

4

Αλλ΄ όπου νότος εις γλαυκάς
ταινίας την ερρίκνου,
τι ήτον; όρνις ή ολκάς,
η τις ετάνυεν λευκάς
τας πτέρυγας ως κύκνου.

5

Ητο ολκάς ουχί πτηνόν·
ως δ΄ έφθασεν πλησίον,
μέλαν εφαίνετο βουνόν,
και τον ιστόν του Τυρρηνών
εκόσμει επισείων.

6

Μόλις επλήνθουν αργυροί
αφροί περί την τρόπιν,
κ΄ ενόεις ότι προχωρεί,
διότι έσχιζεν ευρύ
το ίχνος του κατόπιν.

7

Οι ναύται, ηλιοκαείς
κινούντες μυς ευτόνους,
διήρμοζον μετά βοής
το ακροκέραιον ο εις
ο άλλος τας προτόνους.

8

Άλλος ορθός εις τον ιστόν
τον πόντον κατεσκόπει·
κ΄ εις την φωνήν των κελευστών
έπληττεν άργυρον ρευστόν
μετά ρυθμού η κώπη.

9

Ην το κατάστρωμα ευρύ,
πλήρης ανδρών η πρύμνη·
βήμα την έκρουε βαρύ·
αντήχουν άγριοι χοροί
και εναλίων ύμνοι.

10

Εις δε την πρώραν απαλώς
εις δέρματα Πανθήρων
νεος κατέκειτο καλός,
εις τον βραχίον΄ αμελώς
τα σώμα υπεγείρων.

11

Χιτώνα είχε κροκωτόν
μετά χρυσών αμμάτων.
Πλην καταρρέων ο χιτών,
γυμνόν κατέλιπεν αυτόν
επάνω των γονάτων.

12

Σπανία ην η καλονή
αυτου του νεανίου.
μάλλον εφαίνετο γυνή,
έχουσα όψιν ευγενή
και πλήρη μεγαλείου.

13

Χρυσούν εκράτει αφ΄ ενός
περίγλυφον κρατήρα,
και με θωπεύματα κυνός
ωραία τίγρις ταπεινώς
τω έλειχε την χείρα.

14

Επι της άλλης δε χειρός
προσέκλινεν ηρέμα
νεάνις, κρίνος ανθηρός,
και εις το βλέμμα της πυρός
αυτός προσήλου βλέμμα.

15

Ποία εντέλεια! Εικών
εφαίνετο μαρμάρου,
θαύμα της τέχνης γλυπτικόν,
αλλ΄ ως αυτή δεν ην λευκόν
το μάρμαρον της Πάρου.

16

Των δροσερών της παρειών
ωμοίαζον τα κάλλη
το ρόδον το ερυθριών,
όταν στιβάζεται χιών
κ΄ εις την χιόνα θάλλη.

17

Επί τους ώμους της χυτή
κατέρρεεν η κόμη·
ως η σελήνη δ΄ ορατή
εις χρυσά νέφη, εν αυτή
υπέλαμπον οι ώμοι.

.................................................................................
.................................................................................

90

»Ήλθες, σε είδα, και χαράς
κατεπληρώθ΄ η φύσις.
Άστρον του βίου μου, περάς.
Πριν δύσης μη με παροράς.
Δος θάνατον πριν δύσης.

91

»Ερρόφησα ό,τι γλυκύ
της κύλικος του βίου,
σταγόνα έρωτος· αρκεί.
Τι αν ο βίος διαρκεί
αιώνας μαρτυρίου;

92

»Συ ο Θεός, θα κατοικής
επάνω του αιθέρος,
όπου ο βίος ο γλυκύς,
αι τέρψεις αι διηνεκείς,
των θεαινών ο έρως.

93

»Ταχύς δε τάφος εις εμέ
και αιωνία λήθη».
- «Εις σε αθάνατοι στιγμαί
και επουράνιοι τιμαί»,
εκείνος απεκρίθη.

94

«Τι προς εμέ και οι θεοί
και η αθανασία;
Αθανασία μοι συ ει.
Μακράν σου η μακρά ζωή
μακρά απελπισία.

95

-«Ή θεν΄ ανέλθης μετ΄εμού
πλησίον των Μακάρων,
ή εις του μαύρου ποταμού
το ρεύμα πλέοντας ομού
θα μας δεχθή ο Χάρων.

96

»Πλήν θάρρει. Μετά των θεών,
όπου το θάλλον θέρος,
όπου ο άδυτος αιών,
και όπου φως χωρίς σκιών,
χωρίς δακρύων έρως.

97

»Εκεί το κάλλος σου θ΄ανθή
μετά των λαμπροτέρων
κ΄ η κόμη αύτη η ξανθή
εις τους αιθέρας θ΄απλωθή
ως πλόκαμος αστέρων».

98

Γη, ουρανός, το παν γελά
ενόσω τη ωμίλει·
και εις τα χείλη τ΄ απαλά
εις μέθην έρωτος κολλά
τ΄ αμβρόσιά του χείλη.

99

Η νέα κόρη ιλιγγιά,
Της γής εκλείσ΄ η θέα
την περιέβαλεν σκιά,
και εις τον Όλυμπον Θεά
ενεθρονίσθη νέα.

100

Φωνή ηκούσθη ν΄ αναβή
εκ λόφων και θαλάσσης,
και έψαλλεν· «Ευάν ευοί!
Τοιαύτ΄ η θεία αμοιβή
κ΄ αι των θεών κολάσεις!»

Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής

Ολόκληρο το ποίημα "Διονύσου πλους", του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή

Κατάλογος Ελλήνων Ποιητών (στη Βικιπαίδεια)

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

Σ' αγαπώ


Σ’ αγαπώ, δεν μπορώ
Τίποτ’ άλλο να πω
Πιο βαθύ, πιο απλό
Πιο μεγάλο!

Μπρος στα πόδια σου εδώ
Με λαχτάρα σκορπώ
Τον πολύφυλλο ανθό
Της ζωής μου.

Τα δυο χέρια μου, να…
Στα προσφέρω δετά
Για να γείρεις γλυκά
Το κεφάλι.

Κι η καρδιά μου σκιρτά
Κι όλη ζήλια ζητά
Να σου γίνει ως αυτά
Προσκεφάλι.

Ω μελίσσι μου, πιες
Απ’ αυτόν τις γλυκές
Τις αγνές ευωδιές
Της ψυχής μου!

Σ’ αγαπώ τι μπορώ
Ακριβέ να σου πω
Πιο βαθύ, πιο απλό
Πιο μεγάλο;

Μυρτιώτισσα

Κατάλογος Ελλήνων Ποιητών (στη Βικιπαίδεια)

Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Χωρίς επάγγελμα


Βράδιαζε και χτυπούσαν ακόμα τα σφυριά στήνοντας το ικρίωμα, δεν είχαν ακούσει τη μεγάλη είδηση του αίματος, δεν ξέρανε πως είχα δραπετεύσει κι έγλειφα κιόλας τη χυμένη ζάχαρη στο πάτωμα, μην τρίξουν τα βήματα της παραδουλεύτρας και τη διώξουν.

Όμως έπρεπε κι εγώ να ζήσω, να κάνω ένα επάγγελμα, πήγα στους αργυραμοιβούς και μ’ έδιωξαν, γιατί κατέβαιναν τα πουλιά και τρώγαν το χρυσάφι μέσα στα χέρια μου, κάθισα στην είσοδο του ναού και μου ’ριξαν τις τρύπες των ματιών τους μες στο καπέλο μου.

Όλα τέλειωσαν στο νεκροταφείο, με μια σιγανή βροχή, με λίγο φτηνό κονιάκ στα ερειπωμένα μικρομάγαζα, που αύριο θα έχουν κι εκείνα τη θέση τους στο υπερπέραν.

Θυμάμαι τη νύχτα που παρίστανα την κούκλα στο φτωχό μοδιστράδικο κι οι καρφίτσες που μου κάρφωσαν, όταν πεθάνω, θα ’ναι τα σημάδια για να με ξαναβρίσκουν.

Από τότε μου ’μεινε αυτός ο ανεμοστρόβιλος του σκύλου που τρελαίνεται. Όταν τον βρουν νεκρό, έξω απ’ την πόλη, έχει λίγο αφρό στο στόμα και το μαχαίρι μιας ανείπωτης εικόνας στα μάτια,
όπως οι ήρωες.

Τάσος Λειβαδίτης

Ιστολόγιο με ποιήματα του Τάσου Λειβαδίτη

Κατάλογος Ελλήνων Ποιητών (στη Βικιπαίδεια)

Yara Yara


Καθώς αποκοιμήθηκες φύλαγε βάρδια ο κάβος.
Σε σπίτι μέσα, ξέχασες προχτές το φυλαχτό.
Γελάς, μα εγώ σε πούλησα στο Rio για δυο centavos
κι απέ σε ξαναγόρασα ακριβά στη Βηρυτό.

Με πορφυρό στα χείλη μου κοχύλι σε προστάζω.
Στο χέρι το γεράκι σου και τα σκυλιά λυτά.
Απάνωθέ μου σκούπισε τη θάλασσα που στάζω
και μάθε με να περπατώ πάνω στη γη σωστά.

Κούκο φορούσες κάτασπρο μικρός και κολαρίνα.
Ναυτάκι του γλυκού νερού.
Σε πιάνει μην το πεις αλλού σα γάτα η λαμαρίνα
Και σε σαστίζει ξαφνικό προβέτζο του καιρού.

Το ντύμα πάρε του φιδιού και δος μου ένα μαντίλι.
Εγώ, - και σ' έγδυσα μπροστά στο γέρο Τισιανό.
Βίρα, Κεφαλλονίτισσα, και μάινα το καντήλι.
Σε λόφο γιαπωνέζικο κοιμάται το στερνό.

Σου πήρα από τη Νάπολη μια ψεύτικη καμέα
κι ένα κοράλλι ξέθωρο μαζί.
Πίσω απ'το φριγκορίφικο στην άδεια προκυμαία
Έβενος, - γλώσσα της φωτιάς, στο βάθος κρεμεζί.

Φώτα του Melbourne. Βαρετά κυλάει ο Yara Yara
ανάμεσα σε φορτηγά πελώρια και βουβά,
φέρνοντας προς το πέλαγος, χωρίς να δίνει δυάρα,
του κοριτσιού το φίλημα, που στοίχισε ακριβά.

Γερά την ανεμόσκαλα. Καφέ για τον πιλότο.
Λακίζετε, αλυσόδετοι του στεριανού καημού.
Και σένα, που σε κέρδισα μιανής νυχτιάς σε λότο,
σμίγεις και πας με τον καπνό του γκρίζου ποταμού.

Μια βάρκα θέλω, ποταμέ, να ρίξω από χαρτόνι,
όπως αυτές που παίζουνε στις όχθες μαθητές.
Σκοτώνει, πες μου, ο χωρισμός; - Ματώνει, δε σκοτώνει.
Ποιος είπε φούντο; Ψέματα. Δε φτάσαμε ποτές.

Νίκος Καββαδίας

Ιστολόγιο αφιερωμένο στον Κόλια (Νίκο Καββαδία), τον ποιητή των θαλασσών

Κατάλογος Ελλήνων Ποιητών (στη Βικιπαίδεια)

Πρέβεζα


Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίσει μια «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«Υπάρχω;» λες, κ' ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

Κώστας Καρυωτάκης

Ποιήματα του ιδίου

Κατάλογος Ελλήνων Ποιητών (στη Βικιπαίδεια)

Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Ρόδου Μοσκοβόλημα


Εφέτος άγρια μ’ έδειρεν η βαρυχειμωνιά
που μ’ έπιασε χωρίς φωτιά και μ’ ηύρε χωρίς νιάτα,
κι ώρα την ώρα πρόσμενα να σωριαστώ βαριά
στη χιονισμένη στράτα.

Μα χτες καθώς με θάρρεψε το γέλιο του Μαρτιού
και τράβηξα να ξαναβρώ τ’ αρχαία τα μονοπάτια,
στο πρώτο μοσκοβόλλημα ενός ρόδου μακρινού
μού δάκρυσαν τα μάτια.

Κωστής Παλαμάς

Ποιήματα του ιδίου

Κατάλογος Ελλήνων Ποιητών (στη Βικιπαίδεια)

Λήθη


Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθήση
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήση,
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να 'ναι.

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση•
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίση,
α' στάξη γι' αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

Κι αν πιούν θολό νερό ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδίλι,
πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται...

A, δε μπορής παρά να κλαις το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:
θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν.

Λορέντζος Μαβίλης

Κατάλογος Ελλήνων Ποιητών (στη Βικιπαίδεια)

Η Alfa Romeo


Θαύμασα τον Παρθενώνα
και στην κάθε του κολόνα
βρήκα τον χρυσό κανόνα.

Όμως σήμερα το λέω
βρίσκω το καλό κι ωραίο
σε μια σπορ Alfa Romeo.

Καλοκαίρια και χειμώνες
να ’ναι γύρω μου ελαιώνες
πίσω μου όλ’ οι αιώνες.

Κι όπου μπρος μου ο δρόμος βγάζει
και σε πειρασμό με βάζει
δώσ’ του να πατάω το γκάζι.

Με τη δύναμη του λιόντα
και με του πουλιού τα φόντα
πιάνω τα εκατόν ογδόντα.

Γεια σας θάλασσες και όρη
γεια σας κι έχω βάλει πλώρη
για της Αστραπής την Κόρη.

Οδυσσέας Ελύτης

Τα Ρω του Έρωτα (Ποιητική Συλλογή του ιδίου)

Κατάλογος Ελλήνων Ποιητών (στη Βικιπαίδεια)

Δέησις


Η θάλασσα στα βάθη της πήρ’ έναν ναύτη.—
Η μάνα του, ανήξερη, πηαίνει κι ανάφτει

στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό κερί
για να επιστρέψει γρήγορα και νάν’ καλοί καιροί —

και όλο προς τον άνεμο στήνει τ’ αυτί.
Aλλά ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή,

η εικών ακούει, σοβαρή και λυπημένη,
ξεύροντας πως δεν θάλθει πια ο υιός που περιμένει.

Κ. Π. Καβάφης

Κατάλογος Ελλήνων Ποιητών (στη Βικιπαίδεια)

Κουκαρατσέα


Μαύρο χιόνι η νύχτα κατεβαίνει
στο αίμα μου, ποιος άναψε εδώ χάμου
μια φωτιά, που τρώει και δε χορταίνει
καίει, μα δε ζεσταίνει την καρδιά μου!

Τα μαλλιά της ρίχτε να φουντώσει
τούτη η φλόγα, ρίχτε τα φιλιά της
να ψηθούν στη θράκα, έχω παγώσει
ν’ αγκαλιάζω μόνο τ’ όνομά της!

Το φεγγάρι σέρνει σα μαγνήτης,
τα νερά της λίμνης, κι από πάνου
τα βουνά σαν ήχοι ενός τυμπάνου,
πέφτουν στην υδάτινη ψυχή της.

Έννοια σου, τρελή Κουκαρατσέα,
κι ένα ωραίο μονόπετρο από πάγο
κι αίμα, αυτή τη νύχτα σου φυλάγω
και θα σου πηγαίνει τόσο ωραία!

Με μια βλεφαρίδα έχουνε δέσει
φεγγαριού το μάτι του, - φαντάσου
με τι νοσταλγία θα το φορέσει
στο μικρό της δάχτυλο η καρδιά σου!

Κι έτσι αργά, ποτίζοντας τα φύλλα,
κι ως τη ρίζα πέφτοντας σα στάλα
μέλι απ’ το λεπίδι, τα μεγάλα
βάθη θα σου ανοίξει της Τζουαλίλα.

Στάζει απ’ το μαχαίρι μου ένας τόσο
ήπιος ύπνος, παίζει στα νερά του
το φεγγάρι, δείχνοντας ως κάτου
το βυθό που πάω να σ’ ανταμώσω!

Τάσος Παππάς

Κατάλογος Ελλήνων Ποιητών (στη Βικιπαίδεια)