ΕΔΩ ΘΑ ΒΡΕΙΤΕ ΓΝΩΣΤΑ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

Χωρίς επάγγελμα


Βράδιαζε και χτυπούσαν ακόμα τα σφυριά στήνοντας το ικρίωμα, δεν είχαν ακούσει τη μεγάλη είδηση του αίματος, δεν ξέρανε πως είχα δραπετεύσει κι έγλειφα κιόλας τη χυμένη ζάχαρη στο πάτωμα, μην τρίξουν τα βήματα της παραδουλεύτρας και τη διώξουν.

Όμως έπρεπε κι εγώ να ζήσω, να κάνω ένα επάγγελμα, πήγα στους αργυραμοιβούς και μ’ έδιωξαν, γιατί κατέβαιναν τα πουλιά και τρώγαν το χρυσάφι μέσα στα χέρια μου, κάθισα στην είσοδο του ναού και μου ’ριξαν τις τρύπες των ματιών τους μες στο καπέλο μου.

Όλα τέλειωσαν στο νεκροταφείο, με μια σιγανή βροχή, με λίγο φτηνό κονιάκ στα ερειπωμένα μικρομάγαζα, που αύριο θα έχουν κι εκείνα τη θέση τους στο υπερπέραν.

Θυμάμαι τη νύχτα που παρίστανα την κούκλα στο φτωχό μοδιστράδικο κι οι καρφίτσες που μου κάρφωσαν, όταν πεθάνω, θα ’ναι τα σημάδια για να με ξαναβρίσκουν.

Από τότε μου ’μεινε αυτός ο ανεμοστρόβιλος του σκύλου που τρελαίνεται. Όταν τον βρουν νεκρό, έξω απ’ την πόλη, έχει λίγο αφρό στο στόμα και το μαχαίρι μιας ανείπωτης εικόνας στα μάτια,
όπως οι ήρωες.

Τάσος Λειβαδίτης

Ιστολόγιο με ποιήματα του Τάσου Λειβαδίτη

Κατάλογος Ελλήνων Ποιητών (στη Βικιπαίδεια)

Yara Yara


Καθώς αποκοιμήθηκες φύλαγε βάρδια ο κάβος.
Σε σπίτι μέσα, ξέχασες προχτές το φυλαχτό.
Γελάς, μα εγώ σε πούλησα στο Rio για δυο centavos
κι απέ σε ξαναγόρασα ακριβά στη Βηρυτό.

Με πορφυρό στα χείλη μου κοχύλι σε προστάζω.
Στο χέρι το γεράκι σου και τα σκυλιά λυτά.
Απάνωθέ μου σκούπισε τη θάλασσα που στάζω
και μάθε με να περπατώ πάνω στη γη σωστά.

Κούκο φορούσες κάτασπρο μικρός και κολαρίνα.
Ναυτάκι του γλυκού νερού.
Σε πιάνει μην το πεις αλλού σα γάτα η λαμαρίνα
Και σε σαστίζει ξαφνικό προβέτζο του καιρού.

Το ντύμα πάρε του φιδιού και δος μου ένα μαντίλι.
Εγώ, - και σ' έγδυσα μπροστά στο γέρο Τισιανό.
Βίρα, Κεφαλλονίτισσα, και μάινα το καντήλι.
Σε λόφο γιαπωνέζικο κοιμάται το στερνό.

Σου πήρα από τη Νάπολη μια ψεύτικη καμέα
κι ένα κοράλλι ξέθωρο μαζί.
Πίσω απ'το φριγκορίφικο στην άδεια προκυμαία
Έβενος, - γλώσσα της φωτιάς, στο βάθος κρεμεζί.

Φώτα του Melbourne. Βαρετά κυλάει ο Yara Yara
ανάμεσα σε φορτηγά πελώρια και βουβά,
φέρνοντας προς το πέλαγος, χωρίς να δίνει δυάρα,
του κοριτσιού το φίλημα, που στοίχισε ακριβά.

Γερά την ανεμόσκαλα. Καφέ για τον πιλότο.
Λακίζετε, αλυσόδετοι του στεριανού καημού.
Και σένα, που σε κέρδισα μιανής νυχτιάς σε λότο,
σμίγεις και πας με τον καπνό του γκρίζου ποταμού.

Μια βάρκα θέλω, ποταμέ, να ρίξω από χαρτόνι,
όπως αυτές που παίζουνε στις όχθες μαθητές.
Σκοτώνει, πες μου, ο χωρισμός; - Ματώνει, δε σκοτώνει.
Ποιος είπε φούντο; Ψέματα. Δε φτάσαμε ποτές.

Νίκος Καββαδίας

Ιστολόγιο αφιερωμένο στον Κόλια (Νίκο Καββαδία), τον ποιητή των θαλασσών

Κατάλογος Ελλήνων Ποιητών (στη Βικιπαίδεια)

Πρέβεζα


Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίσει μια «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«Υπάρχω;» λες, κ' ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

Κώστας Καρυωτάκης

Ποιήματα του ιδίου

Κατάλογος Ελλήνων Ποιητών (στη Βικιπαίδεια)

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

Ρόδου Μοσκοβόλημα


Εφέτος άγρια μ’ έδειρεν η βαρυχειμωνιά
που μ’ έπιασε χωρίς φωτιά και μ’ ηύρε χωρίς νιάτα,
κι ώρα την ώρα πρόσμενα να σωριαστώ βαριά
στη χιονισμένη στράτα.

Μα χτες καθώς με θάρρεψε το γέλιο του Μαρτιού
και τράβηξα να ξαναβρώ τ’ αρχαία τα μονοπάτια,
στο πρώτο μοσκοβόλλημα ενός ρόδου μακρινού
μού δάκρυσαν τα μάτια.

Κωστής Παλαμάς

Ποιήματα του ιδίου

Κατάλογος Ελλήνων Ποιητών (στη Βικιπαίδεια)

Λήθη


Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθήση
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήση,
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να 'ναι.

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση•
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίση,
α' στάξη γι' αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

Κι αν πιούν θολό νερό ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδίλι,
πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται...

A, δε μπορής παρά να κλαις το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:
θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν.

Λορέντζος Μαβίλης

Κατάλογος Ελλήνων Ποιητών (στη Βικιπαίδεια)

Η Alfa Romeo


Θαύμασα τον Παρθενώνα
και στην κάθε του κολόνα
βρήκα τον χρυσό κανόνα.

Όμως σήμερα το λέω
βρίσκω το καλό κι ωραίο
σε μια σπορ Alfa Romeo.

Καλοκαίρια και χειμώνες
να ’ναι γύρω μου ελαιώνες
πίσω μου όλ’ οι αιώνες.

Κι όπου μπρος μου ο δρόμος βγάζει
και σε πειρασμό με βάζει
δώσ’ του να πατάω το γκάζι.

Με τη δύναμη του λιόντα
και με του πουλιού τα φόντα
πιάνω τα εκατόν ογδόντα.

Γεια σας θάλασσες και όρη
γεια σας κι έχω βάλει πλώρη
για της Αστραπής την Κόρη.

Οδυσσέας Ελύτης

Τα Ρω του Έρωτα (Ποιητική Συλλογή του ιδίου)

Κατάλογος Ελλήνων Ποιητών (στη Βικιπαίδεια)

Δέησις


Η θάλασσα στα βάθη της πήρ’ έναν ναύτη.—
Η μάνα του, ανήξερη, πηαίνει κι ανάφτει

στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό κερί
για να επιστρέψει γρήγορα και νάν’ καλοί καιροί —

και όλο προς τον άνεμο στήνει τ’ αυτί.
Aλλά ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή,

η εικών ακούει, σοβαρή και λυπημένη,
ξεύροντας πως δεν θάλθει πια ο υιός που περιμένει.

Κ. Π. Καβάφης

Κατάλογος Ελλήνων Ποιητών (στη Βικιπαίδεια)

Κουκαρατσέα


Μαύρο χιόνι η νύχτα κατεβαίνει
στο αίμα μου, ποιος άναψε εδώ χάμου
μια φωτιά, που τρώει και δε χορταίνει
καίει, μα δε ζεσταίνει την καρδιά μου!

Τα μαλλιά της ρίχτε να φουντώσει
τούτη η φλόγα, ρίχτε τα φιλιά της
να ψηθούν στη θράκα, έχω παγώσει
ν’ αγκαλιάζω μόνο τ’ όνομά της!

Το φεγγάρι σέρνει σα μαγνήτης,
τα νερά της λίμνης, κι από πάνου
τα βουνά σαν ήχοι ενός τυμπάνου,
πέφτουν στην υδάτινη ψυχή της.

Έννοια σου, τρελή Κουκαρατσέα,
κι ένα ωραίο μονόπετρο από πάγο
κι αίμα, αυτή τη νύχτα σου φυλάγω
και θα σου πηγαίνει τόσο ωραία!

Με μια βλεφαρίδα έχουνε δέσει
φεγγαριού το μάτι του, - φαντάσου
με τι νοσταλγία θα το φορέσει
στο μικρό της δάχτυλο η καρδιά σου!

Κι έτσι αργά, ποτίζοντας τα φύλλα,
κι ως τη ρίζα πέφτοντας σα στάλα
μέλι απ’ το λεπίδι, τα μεγάλα
βάθη θα σου ανοίξει της Τζουαλίλα.

Στάζει απ’ το μαχαίρι μου ένας τόσο
ήπιος ύπνος, παίζει στα νερά του
το φεγγάρι, δείχνοντας ως κάτου
το βυθό που πάω να σ’ ανταμώσω!

Τάσος Παππάς

Κατάλογος Ελλήνων Ποιητών (στη Βικιπαίδεια)

Locations of Site Visitors